Ελένη Ψυχούλη – Δημοσιογράφος και παρουσιάστρια της εκπομπής «Σεφ Στον Αέρα»

psixoulh

Ελένη Ψυχούλη – Δημοσιογράφος και παρουσιάστρια της εκπομπής «Σεφ Στον Αέρα»

Απ’ όσο γνωρίζω έχετε καταγωγή από το Πήλιο και µάλιστα έχετε και ένα πανέµορφο εξοχικό. Ποιες είναι οι αγαπηµένες σας συνήθειες, τι σας αρέσει να κάνετε κάθε φορά που επισκέπτεστε την περιοχή του Βόλου και του Πηλίου;

Tα τελευταία χρόνια, περνώ το µεγαλύτερο κοµµάτι της ζωής µου ανάµεσα στις Μηλιές και την Πλατανιά. Ο Βόλος είναι το πέρασµα για δουλειές που συνοδεύεται πάντα από µια τσιπουροκατάνυξη στο «Φιλαράκι», το καλύτερο εστιατόριο-τσιπουράδικο στην Ελλάδα, για µένα. Η ζωή στο Πήλιο, πάλι, είναι ο δικός µου παράδεισος. Η ζωή της λιτότητας και της αφαιρετικότητας, να περπατάω µε τις ώρες στα βουνά, να τρώω µόνο ζυµωτό ψωµί µε τις δικές µας ελιές και το δικό µας λάδι, να φοράω συνέχεια τα ίδια ρούχα, να κεντάω µπροστά στο τζάκι, να ακούω µόνο τα πουλιά, τον ήχο της βροχής και του αέρα, να διαβάζω τη νύχτα µε το φως του φακού, να ζω σε ένα δωµάτιο την πιο απόλυτη, αληθινή ευτυχία.


Ποια είναι η αγαπηµένη σας παιδική ανάµνηση από το Πήλιο;

Τα παιδικά καλοκαίρια της Πλατανιάς, τότε που µπορούσαµε να είµαστε ευτυχισµένοι χωρίς ηλεκτρικό, νερό και τηλέφωνο, όταν για τρεις µήνες µεταµορφωνόµασταν σε ψάρια, που δεν έβγαιναν ποτέ από το νερό.


Ποια είναι τα στοιχεία του Πηλίου, αλλά και του Βόλου που πιστεύετε ότι θα µαγέψουν κάθε επισκέπτη;

Η γλύκα του βουνού, που είναι καταπράσινο, οικείο, παιχνιδιάρικο, που κοιτάζει συνεχώς τη θάλασσα, ένα βουνό µοναδικό, στα µέτρα του ανθρώπου, χωρίς τροµακτικούς γκρεµούς, χωρίς εκείνο το απόκοσµο δέος των τεράστιων βουνών. Πουθενά αλλού δεν κάνεις σκι στα χιόνια για να κατέβεις σε 20 λεπτά και να συνεχίσεις µε σκι στη θάλασσα. Και η οµορφιά του Βόλου, µια πόλη γλυκιά, που δεν βιάζεται, που δεν µυρίζει την αποµόνωση της επαρχίας και τη θλίψη της.


Αν κάποιος φίλος σας, σας έλεγε ότι θα επισκεφτεί το Βόλο και την ευρύτερη περιοχή για µόνο 3 ηµέρες, τι θα του λέγατε πως πρέπει οπωσδήποτε να δει και πού να πάει σίγουρα;

Θα του έλεγα να χαθεί στις γειτονιές του Βόλου µε τα παραµυθένια σπιτάκια και τις ολάνθιστες αυλές. Αν είναι χειµώνας, να περπατήσει το µονοπάτι από τα Καλά Νερά στις Μηλιές, να κατέβει για ψάρι στο Λεφόκαστρο κι αµέσως µετά στον Άγιο Λαυρέντη για κατσικάκι στη γάστρα, να πάει µια ιππασία από το βουνό στη θάλασσα, να επισκεφτεί τον Άγιο Γεώργιο και το Λαύκο, να πάει για τσίπουρα στον παλιό καφενέ της πλατείας στις Μηλιές, να πάει στο Συνεταιρισµό Γυναικών της Βυζίτσας για να δει το παλιό, πανέµορφο σχολείο που τον στεγάζει, να περπατήσει σε όσα περισσότερα χωριά αντέχει, κυρίως σε κείνα που δεν είναι τουριστικά, όπως το Νεοχώρι, ο Κισσός, το Καλαµάκι.


Ποιες είναι οι γεύσεις που πρέπει οπωσδήποτε να δοκιµάσει κάποιος που θα επισκεφτεί το Βόλο;

Να δοκιµάσει τα λευκά τυριά των ντόπιων παραγωγών-κανείς δεν κάνει καλύτερο µανούρι, να δοκιµάσει µπουµπάρι, πίτες, κότα µε κάστανα, τηγανητά αγριοµανίταρα, άγρια χόρτα στο φούρνο µε αβγά, κολιτσιάνους (τηγανητές ανεµώνες της θάλασσας), σούπερ µόκα στη Μινέρβα στην παραλία του Βόλου, τα µοναδικά µουστολούκουµα µε καρύδι του «Παππού» στην πλατεία Ελευθερίας του Βόλου. Και ν’ αποφύγει το τουριστικό σπετζοφάι που είναι µόνον καλοκαιρινό φαγητό.


Ποια είναι τα δικά σας αγαπηµένα παραδοσιακά προϊόντα του τόπου;

Τα τυριά του Παναγιώτη Καρακάνα-ο πρώτος που τυποποίησε παλαιωµένο κασέρι µε µαύρο σκόρδο-, οι χειροποίητες πίτες που ψωνίζω κατεψυγµένες της «Βάσως» στην Κουταρέλια, το ζεστό, πρόβειο γιαούρτι και το γαλακτοµπούρεκο στην «Κυψέλη», το προζυµένιο ψωµί στα ξύλα από τον «Παλιό Φούρνο», ο µοναδικός χαλβάς του Παπαγιαννόπουλου, τα σπαρταριστά ψάρια που ψωνίζεις κατευθείαν από τις ψαρόβαρκες νωρίς το πρωί στα ψαράδικα.


Ο Βόλος έγινε διάσηµος φυσικά, για τα τσιπουράδικά του. Τι είναι αυτό πιστεύετε που κάνει αυτού του «είδους» την εστίαση τόσο µοναδική; 

Το βολιώτικο τσιπουράδικο είναι µια κατάσταση µοναδική στην Ελλάδα, την οποία, δυστυχώς, µόνον ο ντόπιος µπορεί να καταλάβει. Μια ιεροτελεστία που έρχεται από πολύ παλιά και αφορά το ίδιο όλες τις γενιές. Στο τσιπουράδικο δεν παραγγέλνεις, δε ζητάς µενού. Παραγγέλνεις µόνο το τσίπουρο και περιµένεις από το αφεντικό τη διαδοχή του µεζέ, που θα ενορχηστρώσει τον όλο διονυσιασµό. Για να ζήσεις αυθεντική την εµπειρία, εννοείται ότι αποφεύγεις τα τουριστικά τσιπουράδικα.


Αν σας ζητούσαν να δηµιουργήσετε ένα πιάτο που θ’ αντικατόπτριζε το Βόλο και το Πήλιο, τι θα ήταν αυτό; 

Το Πήλιο είναι ένας αχινός που τον βγάζεις µόνος σου και τον τρως σκέτο, πάνω στο νερό. Είναι το κατακαλόκαιρο, µια πιπεριά, µια µελιτζάνα και µια ντοµάτα από το µποστάνι, που τα ρίχνεις γρήγορα στο τηγάνι και ανάµεσά τους, σπας και ένα αβγό: ο παράδεισος της γεύσης.

  • Recent Posts

  • Categories

  • Meta