Mini οδηγός για παιδικά τα εμβόλια!

Το ζήτηµα των παιδικών εµβολιασµών αποδεικνύεται µείζον για κάθε γονιό. Από τη µια η ανάγκη να προστατευτούν τα παιδιά από ασθένειες που έχουν επικίνδυνες παρενέργειες και από την άλλη ένας υπόγειος αντιεµβολιαστικός «πόλεµος» µε µόνη… ηττηµένη τη δηµόσια υγεία.


Τα εµβόλια είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτηµα που αφορά την υγεία των παιδιών. Τόσο σοβαρό που σε καµία περίπτωση δεν θα έπρεπε να γίνεται αντικείµενο εκµετάλλευσης από οµάδες µε αµφίβολα κίνητρα. Στον αγώνα κατά των λοιµωδών νοσηµάτων τα εµβόλια είναι ο µεγάλος σύµµαχος της ανθρωπότητας, καθώς σώζουν περισσότερες από 3,5 εκατοµµύρια ζωές παγκοσµίως κάθε χρόνο και προφυλάσσουν ακόµα περισσότερους ανθρώπους από νόσο ή ισόβια αναπηρία.

Οι επιτυχηµένες στρατηγικές εµβολιασµού στα παιδιά έχουν οδηγήσει σε αξιοσηµείωτη µείωση της εµφάνισης πολλών νοσηµάτων και των θανάτων που αυτά προκαλούν, όπως για παράδειγµα η παρωτίτιδα, που ενώ κάθε χρόνο αποτελούσε την αιτία για 152.209 θανάτους µόνο στις Η.Π.Α, πλέον καταγράφονται µόνο 236.


shutterstock_333962762


Ποια είναι τα απαραίτητα εµβόλια για τα παιδιά;

Η Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία, παρακολουθώντας τις επιστηµονικές εξελίξεις στον τοµέα των εµβολιασµών, προχωρεί κάθε χρόνο στην επικαιροποίηση των συστάσεών της για τους εµβολιασµούς και ενηµερώνει αντίστοιχα γονείς και γιατρούς, λαµβάνοντας υπόψη αποκλειστικά και µόνο τις διεθνείς εξελίξεις και τις επιστηµονικές οδηγίες (Παγκόσµια Παιδιατρική Εταιρεία, Αµερικάνικη Παιδιατρική Εταιρεία, CDC, WHO κλπ), αλλά και τα επιδηµιολογικά στοιχεία των λοιµωδών νοσηµάτων στη χώρα µας. Οι εν λόγω συστάσεις της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας καταρτίστηκαν, εν αντιθέσει µε το Εθνικό Πρόγραµµα Εµβολιασµών, χωρίς να λαµβάνεται υπόψη το οικονοµικό κόστος, ώστε να έχουµε την καλύτερη πρόληψη για την εξαφάνιση πολύ σοβαρών µεταδοτικών νοσηµάτων.


1. Εµβόλιο Ηπατίτιδας Β (HepB)

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: Γέννηση και µετά ακολουθεί κανονικά ο εµβολιασµός µε 3 δόσεις εξαδύναµου.

Όταν η µητέρα είναι φορέας του επιφανειακού αντιγόνου του ιού της ηπατίτιδας B (HbsAg+), η 1η δόση του µονοδύναµου εµβολίου της HepB, καθώς και 0.5 ml υπεράνοσης γ-σφαιρίνης, έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β (HBIG), πρέπει να χορηγηθούν εντός 12 ωρών από τη γέννηση. Σε περίπτωση που δεν είναι γνωστό, αν η µητέρα είναι HbsAg αρνητική, πρέπει να χορηγείται η 1η δόση του HepB εντός 12 ωρών από τη γέννηση. Στη συνέχεια, να γίνεται άµεσα έλεγχος για επιφανειακό αντιγόνο (ΗBsAg) στη µητέρα και, αν είναι θετική, να χορηγείται και HBIG στο νεογνό όχι αργότερα από την ηλικία της µιας εβδοµάδος.


2. Εξαδύναµο εµβόλιο ∆ιφθερίτιδας – Τετάνου – ακυτταρικό Κοκκύτου – Πολιοµυελίτιδας – αιµόφιλου ινφλουέντζας τύπου Β και ηπατίτιδας Β (DTaP-IPV-Hib-HepB)

Χορηγείται σε 3 δόσεις (2, 4 και 8 µηνών) και ακολουθεί µια δόση µε πενταδύναµο (DTaP-Hib-IPV) 12 µήνες µετά από τη τελευταία δόση του 6-δύναµου.

Το DTaP διατίθεται στην Ελλάδα σε συνδυασµό µε άλλα εµβόλια ως τετραδύναµο (DTaP–IPV), πενταδύναµο (DTaP-IPV-Ηib) και ως εξαδύναµο (DTaP-IPV-Ηib-HepB). Τα πολυδύναµα εµβόλια προτιµώνται γιατί πλεονεκτούν έναντι των ολιγοδυνάµων (καλύτερη εµβολιαστική κάλυψη, ανοσοποίηση έναντι πολλών αντιγόνων και µε λιγότερα τρυπήµατα). Η αποτελεσµατικότητα είναι η ίδια είτε γίνει πολυδύναµο ή µεµονωµένο εµβόλιο.

Εµβόλιο Τετάνου – ∆ιφθερίτιδας – Ακυτταρικό Κοκκύτη – IPV (DTaP-IPV), για παιδιά µικρότερα των 7 ετών (Tetravac).

Εµβόλιο Τετάνου – ∆ιφθερίτιδας – Ακυτταρικό Κοκκύτη – IPV (DTaP-IPV) για παιδιά µεγαλύτερα των 7 ετών (Boostrix ή Repevax). Συνιστάται να γίνεται στην ηλικία 11-12 ετών αν έχουν περάσει τουλάχιστον 5 χρόνια από προηγούµενο εµβολιασµό µε εµβόλιο που περιείχε τοξοειδές Τετάνου – ∆ιφθερίτιδας. Όταν κυκλοφορήσει το τριδύναµο TdaP θα πρέπει να γίνεται τριδύναµο αντί του τετραδύναµου. Ακολουθούν επαναληπτικές δόσεις του Td ανά 10-ετία δια βίου.

Χορήγηση 4ης δόσης Hep B συνιστάται σε πρόωρα ≤2000g που γεννιούνται από µητέρα θετική στο HbsAg. Επανάληψη όλων των δόσεων απαιτείται πολύ σπάνια, στα παιδιά θετικών µητέρων, που εµβολιάστηκαν κανονικά στη γέννηση αλλά παρουσιάζουν χαµηλό αντισωµατικό τίτλο anti-HBs.


3. Εµβόλιο κατά του Πνευµονιόκοκκου, συζευγµένο (PCV)

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 6 εβδοµάδες

Το PCV συνιστάται για όλα τα υγιή παιδιά <5 ετών σύµφωνα µε το χρονοδιάγραµµα (πίνακας).

Σε βρέφη 7-11 µηνών, που καθυστέρησαν να εµβολιασθούν, συνιστώνται 2 δόσεις (PCV) µε µεσοδιάστηµα τουλάχιστον ενός µηνός και µία 3η επαναληπτική δόση µε 13-δύναµο στην ηλικία 12-15 µηνών. Τέλος σε παιδιά µεγαλύτερα των 18 µηνών που πρωτοεµβολιάζονται συνιστώνται 2 δόσεις PCV-13, ενώ σε µεγαλύτερα των 2 ετών µία δόση PCV-13.

Σε άτοµα αυξηµένου κινδύνου ηλικίας 24-59 µηνών που ήδη έχουν εµβολιασθεί µε PCV-7 ή PCV-10 συνιστάται µία επιπλέον δόση PCV-13.

Το 23-δύναµο πολυσακχαριδικό εµβόλιο (PPSV) συνιστάται να γίνεται επιπλέον του συζευγµένου, (PCV) τουλάχιστον 2 µήνες µετά την τελευταία δόση του PCV, σε παιδιά >2 ετών µε αυξηµένο κίνδυνο νόσησης από σοβαρές πνευµονιοκοκκικές λοιµώξεις.

Μία αναµνηστική δόση PPSV-23 συνιστάται να γίνεται 5 χρόνια µετά την 1η στα άτοµα αυτά. Να υπενθυµίσουµε ότι το PPSV χορηγείται µόνο σε άτοµα ηλικίας µεγαλύτερης των 2 ετών. Το εµβόλιο δε δρα σε παιδιά κάτω των 2 ετών.


Untitled-1


4. Εµβόλιο κατά του Μηνιγγιτιδόκοκκου συζευγµένο (MCC και MCV4)

Υπάρχουν δύο είδη MCV4. Το ένα χορηγείται από την ηλικία των 12 µηνών και το άλλο από την ηλικία των 2 ετών. Το MCC γίνεται σε δύο δόσεις στην ηλικία των 3 και 5 µηνών αντίστοιχα. Στην ηλικία των 12 µηνών χορηγείται µια δόση MCV4 και επαναλαµβάνεται στην ηλικία των 12 ετών.Το MCV4 συνιστάται από την ηλικία των 12 ετών έως και 59 ετών, ανεξάρτητα αν έχει προηγηθεί εµβολιασµός µε MCC.


5. Εµβόλιο κατά της Ιλαράς - Παρωτίτιδας – Ερυθράς (MMR)

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 12 µήνες. 

Συνιστώνται 2 δόσεις του εµβολίου σύµφωνα µε το χρονοδιάγραµµα (πίνακας). Η 2η δόση συστήνεται σε ηλικία 2 ετών, µπορεί όµως να χορηγηθεί και νωρίτερα αρκεί να έχουν περάσει 4 εβδοµάδες µετά την πρώτη. Και οι δύο δόσεις πρέπει να χορηγούνται µετά το 12ο µήνα ζωής. Τα άτοµα που δεν έχουν εµβολιασθεί µε 2η δόση µέχρι την ηλικία των 18 ετών πρέπει να εµβολιάζονται.


6. Εµβόλιο Ανεµευλογιάς

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 12 µήνες

Το εµβόλιο της ανεµευλογιάς συνιστάται µετά την ηλικία των 12 µηνών για παιδιά που δεν έχουν νοσήσει. Η 2η δόση συστήνεται σε ηλικία 2 ετών, µπορεί όµως να χορηγηθεί και νωρίτερα αρκεί να έχουν περάσει 3 µήνες µετά την 1η δόση. Εάν η 2η δόση χορηγηθεί σε µεσοδιάστηµα 4 εβδοµάδων από την 1η δόση σε παιδιά 12 µηνών έως 12 ετών θεωρείται αποδεκτή και δεν επαναλαµβάνεται.


shutterstock_390259027


7. Εµβόλιο Ιλαράς – Παρωτίτιδας - Ερυθράς – Ανεµευλογιάς (MMRV)

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 12 µήνες. 

Το MMRV µπορεί να χορηγείται εναλλακτικά αντί MMR και ανεµευλογιάς µεµονωµένα, σύµφωνα µε το χρονοδιάγραµµα (1η δόση 12-15 µηνών και 2η δόση 2 ετών) ή και νωρίτερα µε µεσοδιάστηµα 3 µηνών.


8. Εµβόλιο Ηπατίτιδας Α

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 12 µήνες. 

Συνιστώνται δύο δόσεις µε µεσοδιάστηµα 6 µηνών.


9. Εµβόλιο ιού ανθρώπινων θηλωµάτων

Το HPV θα πρέπει να γίνει εµβόλιο ρουτίνας όχι µόνο για τα κορίτσια, αλλά και για τα αγόρια.

Θα πρέπει να χορηγείται στην ηλικία των 11 ετών σε δύο δόσεις, µε µεσοδιάστηµα 6 µηνών.


10. Εµβόλιο BCG

Η πρόληψη της φυµατίωσης µε εµβολιασµό στη γέννηση συνιστάται σε παιδιά πληθυσµιακών οµάδων µε υψηλό δείκτη διαµόλυνσης (π.χ. µετανάστες, αθίγγανοι κ.ά.) ή όταν υπάρχει ιστορικό φυµατίωσης στο άµεσο περιβάλλον της οικογένειας. Όσα παιδιά της οµάδας αυτής δεν εµβολιασθούν στη γέννηση, δύνανται να εµβολιασθούν και αργότερα (έως 12 ετών).


recommendations-for-vaccinations


11. Εµβόλιο κατά της γρίπης

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 6 µήνες για το τριπλό αδρανοποιηµένο εµβόλιο (TIV) και 2 ετών για το ζων εξασθενηµένο (LAIV). Το παρεντερικό αντιγριπικό εµβόλιο (TIV) συνιστάται για παιδιά >6 µηνών που ανήκουν σε οµάδες αυξηµένου κινδύνου (βλέπε οµάδες αυξηµένου κινδύνου). ∆ύο δόσεις εµβολίου της γρίπης απαιτούνται σε παιδιά 6 µηνών έως 8 ετών που εµβολιάζονται για πρώτη φορά ή που πρωτοεµβολιάστηκαν τον προηγούµενο χρόνο µε µία µόνο δόση εµβολίου.


12. Εµβόλιο κατά του Ρότα ιού (RV)

Μικρότερη ηλικία χορήγησης: 15 εβδοµάδες

Στην Ελλάδα διατίθενται δύο εµβόλια που χορηγούνται σε 3 δόσεις (2, 4, και 6 µηνών) και σε 2 δόσεις (2 και 4 µηνών) αντίστοιχα. Η 1η δόση πρέπει να χορηγείται στην ηλικία 1,5 – 3 µηνών και να έχει τελειώσει το αργότερο στην ηλικία των 6 µηνών. Εάν καθυστερήσει η έναρξη του εµβολιασµού, η µέγιστη ηλικία για την τελευταία δόση είναι ο 8ος µήνας. Μετά τον 8ο µήνα δεν πρέπει να γίνεται ο εµβολιασµός, καθότι αυξάνει η συχνότητα του εγκολεασµού στο γενικό πληθυσµό ανεξαρτήτως εµβολιασµού και έτσι το εµβόλιο µπορεί να συνδεθεί µε αυτόν, ακόµη και χωρίς να ευθύνεται.


13. Εµβόλιο κατά του Μηνιγγιτιδόκοκκου Β (Meningococcal Group B Vaccine)

Το εµβόλιο κατά του Μηνιγγιτιδόκοκκου Β (Bexsero) είναι συνιστώµενο και το δοσολογικό του σχήµα έχει ως εξής:

2-5 µηνών: 3 δόσεις + 1 αναµνηστική. Μεσοδιάστηµα δόσεων βασικού εµβολιασµού ≥ 1 µήνας, αναµνηστική δόση στην ηλικία 12-15 µηνών.

6-23 µηνών: 2 δόσεις + 1 αναµνηστική. Μεσοδιάστηµα δόσεων βασικού εµβολιασµού ≥ 2 µήνες, αναµνηστική δόση:

ηλικίες 6-11 µηνών: στο 2ο έτος της ζωής (λιγότερο από 2 µήνες µετά το βασικό εµβολιασµό)

ηλικίες 12-23 µηνών: 12-23 µήνες µετά το βασικό εµβολιασµό

Μικρότερα ή 2 ετών: 2 ∆όσεις. Μεσοδιάστηµα δόσεων:

Λιγότερο από 2 µήνες για παιδιά 2-10 ετών

Λιγότερο από 1 µήνα για παιδιά >11 ετών


Γιατί πρέπει να εµβολιάζονται τα παιδιά;

∆υστυχώς, κυκλοφορεί η φοβία ότι τα εµβόλια µπορεί να προκαλέσουν σοβαρές παρενέργειες ενώ η λανθασµένη και ελλιπής πληροφόρηση είναι η αιτία για τη δηµιουργία µιας επικίνδυνης αντί-εµβολιαστικής κουλτούρας. Τα εµβόλια είναι εξαιρετικά ασφαλή γιατί για να χρησιµοποιηθούν εξασφαλίζεται ότι πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις, τις οποίες ορίζουν οι αρµόδιοι διεθνείς οργανισµοί (π.χ. ΕΟΦ, EMA, FDA). Επιπλέον, οι επιτυχηµένες στρατηγικές εµβολιασµού στα παιδιά έχουν οδηγήσει σε αξιοσηµείωτη µείωση της εµφάνισης πολλών νοσηµάτων και των θανάτων που αυτά προκαλούν. Αυτό το γεγονός οδηγεί πολλούς να πιστεύουν ότι οι ασθένειες αυτές δεν είναι πια απειλητικές, καθότι δεν γίνονται αντιληπτές όπως συνέβαινε στο παρελθόν, ωστόσο είναι επιτακτική η ανάγκη να συνεχιστεί η πρόληψή τους µέσω του εµβολιασµού τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες (π.χ. γρίπη, πνευµονιόκοκκος, ηπατίτιδα, τέτανος, ερυθρά κ.ά.). ∆εδοµένης µάλιστα της συνεχούς αύξησης του µέσου όρου ηλικίας του γενικού πληθυσµού, ο κίνδυνος για πολλές ασθένειες από αυτές γίνεται ολοένα και µεγαλύτερος. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι η µείωση του ποσοστού της εµβολιαστικής κάλυψης ενός πληθυσµού µπορεί να οδηγήσει στην επανεµφάνιση και εξάπλωση µεταδοτικών νοσηµάτων, όπως η ιλαρά, ο κοκκύτης, η διφθερίτιδα ή ακόµα και η πολιοµυελίτιδα.


∆υστυχώς, δεν είναι ασυνήθιστη η παραπληροφόρηση του κοινού και από µερίδα γιατρών άλλων ειδικοτήτων. Εκφράζονται αρνητικά για συγκεκριµένα εµβόλια, παρόλο που δεν γνωρίζουν όλες τις λεπτοµέρειες σχετικά µε την αποτελεσµατικότητα και τα οφέλη τους. Το γεγονός ότι παροτρύνουν τους γονείς ενάντια στον εµβολιασµό, είναι καθαρά αποτέλεσµα άγνοιας. Το 2015 σε ποσοστό 10-15% οι γονείς στην Ελλάδα εµφανίζονταν επιφυλακτικοί απέναντι στον εµβολιασµό των παιδιών τους, γεγονός που αποδίδεται στην οικονοµική κρίση αλλά και στην παραπληροφόρηση από το ∆ιαδίκτυο, σύµφωνα µε στοιχεία της ενηµερωτικής εκστρατείας της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας.


IN CATEFORY: KID