Ένας ανιχνευτής ψεύδους µετρά τη δραστηριότητα στο µεταιχµιακό σύστηµα του εγκεφάλου, και για την ακρίβεια το άγχος που αισθάνεται κανείς όταν ψεύδεται.

Ωστόσο η αξιοπιστία τους κυµαίνεται από 50-90%, για το λόγο αυτό δεν χρησιµοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία σε δικαστικές αίθουσες. Στην Ελλάδα η πρώτη χρήση ανιχνευτή ψεύδους έγινε στην υπόθεση του Θεόδωρου Κράλλη (που ήταν κατηγορούµενος για διπλή ανθρωποκτονία) ο οποίος στο ιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού καλωδιώθηκε µε ηλεκτρόδια στο κεφάλι και υπό την επίβλεψη εξεταστή κλήθηκε να απαντήσει σε µαγνητοφωνηµένες ερωτήσεις πιέζοντας ταυτόχρονα κάθε φορά πάνω σε ένα µοχλό την λάθος ή τη σωστή επιλογή. Σε αντίθεση µε τη χώρα µας, στις ΗΠΑ η χρήση (ανιχνευτή της αλήθειας σε συνδυασµό µε εξειδικευµένες µεθόδους ερωτήσεων) είναι εξαιρετικά δηµοφιλής τακτική παρά το γεγονός ότι αποτελεί µια αµφιβόλου ηθικής διαδικασία. Μια τελευταίας γενιάς εκδοχή ανιχνευτή ψεύδους είναι ένας παθητικός πολυγράφος που παρουσίασε η Silver Logic Labs, µε έδρα το Σιάτλ των ΗΠΑ, ο οποίος λειτουργεί χωρίς χρήση καλωδίων και λουριών αλλά µε βάση την βιντεοσκόπηση του εξεταζόµενου που απαντά τις ερωτήσεις, το οποίο διασπάται από τους ειδικούς σε δεδοµένα και µετά µε τη χρήση deep learning και ποσοτικών µαθηµατικών (αναλύουν τις εκφράσεις του προσώπου µέσα από 7 βασικές συναισθηµατικές αντιδράσεις που ενηµερώνονται σε πραγµατικό χρόνο όσο παίζει το βίντεο) καταλήγουν σε ένα ασφαλές συµπέρασµα.




