Εγγονός του σπουδαίου ρεµπέτη Πάνου Μιχαλόπουλου και ταξιδεµένος όσο λίγοι, ο προπονητής της Εθνικής Ελλάδος διηγείται στο «LIFE» τις εµπειρίες του από την ταπεινή Νίκαια ως το Μπιλµπάο και το ένοχο µυστικό της ΕΤΑ.
Συνέντευξη στον Ρήγα ∆άρδαλη
Τα σχόλια για την προπονητική του αξία είναι περιττά. Ο τεχνικός ηγέτης της Εθνικής Ελλάδας Φώτης Κατσικάρης χαίρει αναγνώρισης και σεβασµού σε ολόκληρη την µπασκετική υφήλιο, όχι µόνο για τα κατορθώµατα και τις γνώσεις του, αλλά γιατί έχει καταφέρει να τη… γυρίσει κιόλας.
Η περιπλάνησή του από το Ιρβάιν της Καλιφόρνια ως την Αγία Πετρούπολη «σφυρηλάτησε» την προσωπικότητά του και έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Οπως και το οικογενειακό του background.
Πολύ απλά, διότι λίγοι γνωρίζουν πως ο Κατσικάρης είναι εγγονός ενός σπουδαίου Έλληνα ρεµπέτη. Του Πάνου Μιχαλόπουλου που έχει ερµηνεύσει ιστορικές επιτυχίες, σαν τον «Καπετανάκη» ή τον «∆ιαβολάκο». Αν και είναι ακόµα µικρός για να γράψει τα αποµνηµονεύµατα του, έκανε µια περίληψη στο «LIFE».
Ο εµβληµατικός παππούς-ρεµπέτης
Όλα ξεκίνησαν από την ταπεινή Νίκαια…
«Κάθε Κυριακή µεσηµέρι στις 2.30 έτρωγε όλη η οικογένεια στο σπίτι τού παππού µου. Και δεν κουνιόταν Χριστός! Τον άκουγα ευλαβικά, γιατί ενέπνεε το σεβασµό και µε τα λόγια του αλλά και µε τη φιγούρα του. Ήταν µια σπουδαία µορφή. Πάντα µύριζε ωραία. Πάντα εµφανιζόταν µε πουκάµισο και γραβάτα. Πιο σωστά θα έλεγα ότι ήταν εµβληµατική µορφή». Όπως και ο παππούς του, έτσι και η µητέρα του Χαρούλα, αλλά και οι δύο θείοι του, ο Σταύρος και ο Μάκης, ακολούθησαν το δρόµο του τραγουδιού, αλλά ο ίδιος σαγηνεύτηκε από το άκουσµα της πορτοκαλί θεάς, που τότε βέβαια ήταν περισσότερο καφέ, αφού τα κλειστά γήπεδα µπάσκετ ήταν ελάχιστα και µοιραία η µπάλα άλλαζε χρώµα στο τσιµέντο.
«Μεγάλωσα σε µια σκληρή γειτονιά, στην οποία δεν γινόταν να είσαι ούτε µαλθακός, ούτε αγαθός, ούτε τίποτα. Η κόντρα που υπήρχε ανάµεσα στον Ιωνικό και την Προοδευτική ήταν άγρια και οι περιοχές της Νίκαιας και του Κορυδαλλού σκληρές. Έπρεπε να είσαι δυνατός στο χαρακτήρα και δεν υπήρχαν δικαιολογίες ή κλάµατα αν δεχόσουν ένα χτύπηµα. Σίγουρα οι ιστορίες που µας έλεγε ο παππούς µου από τον εµφύλιο, µε είχαν επηρεάσει. Ο ίδιος είχε µείνει κουτσός από σφαίρα που είχε δεχθεί στα βουνά στην Πελοπόννησο. ∆εν ήταν, όµως, µόνο αυτό. Αυτός µε είχε πιάσει και µου είχε µιλήσει για τα ναρκωτικά. Εκείνες τις εποχές ήταν ένα θέµα ταµπού, το οποίο δεν µπορούσες να το ακουµπήσεις µέσα στην οικογένεια. ∆εν ήταν όπως σήµερα, που όλοι µας εξηγούµε πολύ πιο ελεύθερα στα παιδιά µας το συγκεκριµένο θέµα».
Η αδρεναλίνη του χρηµατιστή και το µάθηµα της επιβίωσης
Από τον Ιωνικό, ο Κατσικάρης πήρε µεταγραφή στον Σπόρτιγκ και από εκεί κέρδισε υποτροφία για το πανεπιστήµιο Καλιφόρνια Ιρβάιν. Στα 18 του, από τη Νίκαια και τα Πατήσια βρέθηκε στην αχανή Καλιφόρνια, µε στόχο να κατακτήσει την… Ουόλ Στριτ.
«∆εν πήγα εκεί για να παίξω µπάσκετ. Σπούδαζα και ήθελα να γίνω χρηµατιστής, γιατί µου άρεσε η αδρεναλίνη της συγκεκριµένης δουλειάς. Μου άρεσε το ένστικτο για το ρίσκο που έπρεπε να πάρεις σε ένα κοµµάτι σαν την επένδυση. Κάτι που βέβαια ουδόλως έπαιξε ρόλο στο πώς διαχειρίζοµαι τα δικά µου οικονοµικά. Μου αρέσουν οι απολαύσεις και αυτό δεν συνάδει µε τον ψυχρό τρόπο που αντιµετωπίζει τα πράγµατα ένας χρηµατιστής».
Τι άλλο έµαθε στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού;
«Το µεγαλύτερο µάθηµα ήταν αυτό της επιβίωσης. Ήµουν κι εγώ ακόµα ένας Έλληνας µε τη νοοτροπία της… µαµάς από πίσω. Η µητέρα µου πάντα µε στήριζε σε οποιαδήποτε δυσκολία αλλά και στο πιο απλό πράγµα. Ήµουν δηλαδή ακόµα ένα καλοµαθηµένο Ελληνόπουλο. Στην Αµερική, έπρεπε να καθαρίσω, να σιδερώσω και φυσικά να δουλέψω για να καταφέρω να έχω χρήµατα να περάσω. Ήταν ένα πολύ µεγάλο σχολείο, σε έναν άλλο κόσµο πολύ µακρινό. Όταν πήγα εκεί, κατάλαβα ότι είχα δύο δρόµους. Είτε να τα παρατήσω και να γυρίσω πίσω, είτε να παλέψω για να δω τα όριά µου σε ένα τεράστιο κόσµο.
Αυτό που έµαθα ζώντας εκεί, είναι πως πρόκειται για µια χώρα στην οποία εφόσον προσπαθείς ανταµείβεσαι. Πρέπει βέβαια να είσαι πολύ σκληρός. Αλλά και συνεπής. Ακόµα και το πώς οργάνωνα τα µαθήµατά µου αλλά και σε προσωπικό επίπεδο το πώς να φροντίζω τον εαυτό µου, µε βοήθησαν πολύ στη ζωή µου. Όπως επίσης και στις διαπροσωπικές µου σχέσεις, έµαθα πράγµατα γνωρίζοντας κόσµο από πολλές διαφορετικές φυλές».
Το µπασκετικό τέλος και η οικογενειακή αρχή
Επέστρεψε από την Αµερική για να παίξει στην ΑΕΚ, της οποίας έγινε αρχηγός και σηµαντικό στέλεχος. Το 1996 αποφάσισε να υπογράψει στο Ηράκλειο, όπου άλλαξε τελείως η ζωή του…
«Εκεί ουσιαστικά πήρα τη µεγαλύτερη απόφαση της καριέρας µου. Να σταµατήσω ως παίκτης, ηµέρα που θεωρούσα πολύ µακρινή µέσα στο µυαλό µου. Είχα τότε ένα σοβαρό τραυµατισµό και µελέτησα πολύ ώριµα αν θα άξιζε να συνεχίσω ή να αλλάξω πορεία και να γίνω προπονητής.
Την ίδια στιγµή γεννήθηκε η κόρη µου και µε ακολούθησε η γυναίκα µου στο Ηράκλειο, αν και ήταν πολύ µικρή σε ηλικία. Πήραµε αποφάσεις ζωής σε πολλά επίπεδα».
Τα βιώµατα του κοµµουνισµού και οι τρεις µήνες χωρίς φως
Αφού κρέµασε τα παπούτσια του, επέστρεψε στην αγαπηµένη του ΑΕΚ, την οποία υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως βοηθός και για άλλα δύο ως πρώτος προπονητής. Το 2005 πήρε την απόφαση να παραιτηθεί και αµέσως η Ντιναµό Αγίας Πετρούπολης του χτύπησε την πόρτα. Από το σπίτι του στον Άλιµο, που απέχει πέντε λεπτά από τη θάλασσα, βρέθηκε να βλέπει από το µπαλκόνι του τον ποταµό Νέβα.
«Οι Ρώσοι έχουν διαφορετική νοοτροπία και ιδιοσυγκρασία από τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό κόσµο. Έχουν τεράστια ιστορία ως λαός. Μας ενώνει το κοµµάτι της θρησκείας, αλλά τα βιώµατα που έχουν από την εποχή του κοµµουνισµού είναι δύσκολο να φύγουν από το µυαλό τους. Κάτι που δηµιουργεί δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Βέβαια, η Αγία Πετρούπολη είναι ένας καταπληκτικός σταθµός στη ζωή µας. Πρώτον επαγγελµατικά, διότι ήταν ένα βήµα που έγινε πολύ απότοµα µετά από µια πολύ δύσκολη παραίτηση στην ΑΕΚ. Ακολούθως ήταν µια πρόκληση για όλη την οικογένεια να βρεθούµε σε µια τεράστια χώρα. Όλοι µαζί, χωρίς να σκεφτούµε ότι µπορεί να πάνε άσχηµα τα πράγµατα, αφήσαµε την Ελλάδα για να πάµε σε µια ξένη χώρα. Κάτι που τώρα λόγω της κρίσης γίνεται συνεχώς, αλλά πριν από δέκα χρόνια ήταν σπάνιο. Η γυναίκα µου άφησε τη δουλειά της για να ακολουθήσει το δικό µου όνειρο και βέβαια τα δύο µου παιδιά έπρεπε να ακολουθήσουν. Ήταν σύντοµο, καθώς κράτησε µόλις ένα χρόνο, αφού η οµάδα διαλύθηκε λόγω οικονοµικών προβληµάτων, αλλά πολύ ωραίο. Στο πρώτο µατς είχαµε 700 άτοµα και στο τελευταίο 8.500 ανθρώπους. Και φυσικά ως οικογένεια µας έκανε πιο δυνατούς και µας έδεσε ακόµα περισσότερο. Όταν περνάς τρεις µήνες χωρίς φως και στο -20, τα πράγµατα είναι πολύ διαφορετικά. Η Αγία Πετρούπολη, όµως, είναι µια πανέµορφη πόλη και απολαύσαµε όλοι µας εκείνη τη χρονιά».
Η καθηγήτρια Αγγλικών και η πίεση του ιδανικού
Ο επόµενος σταθµός ήταν πιο κοντά στα ελληνικά δεδοµένα. Η Βαλένθια τον προσέλαβε τον Οκτώβριο του 2006, σε µια πρωτόγνωρη κίνηση, καθώς σπάνια οι Ισπανοί εµπιστεύονται νεαρούς προπονητές που δεν προέρχονται από τη χώρα τους.
«Ναι, συνήθως δεν πάνε σε προπονητές όπως ήµουν εγώ τότε, χωρίς τίτλους ή µεγάλη εµπειρία. Είχα τύχη, η οποία πάντα είναι απαραίτητη. Βέβαια, η αρχή ήταν δύσκολη και κυρίως το θέµα της γλώσσας. Την πρώτη µέρα που βρέθηκα στα γραφεία και ο Τζόνι Ρότζερς µε σύστησε στα µέλη της οµάδας, ήταν πολύ αστείο το γεγονός ότι υπήρχε µια κοπέλα η οποία φαινόταν έξω από τα νερά της. Όταν έφτασε η σειρά της, ο Τζόνι είπε πως είναι η Μαρία Χοσέ, καθηγήτρια στα Ισπανικά, µε την οποία έπρεπε να ξεκινήσω από την επόµενη µέρα τα µαθήµατα. Μας βοήθησε πολύ, γιατί είναι πολύ σηµαντικό να µάθεις τη γλώσσα εκεί που ζεις, ιδίως στην Ισπανία όπου ελάχιστοι µιλούν Αγγλικά. Βέβαια µοιάζουµε πολύ µαζί τους στη νοοτροπία και στην ιδιοσυγκρασία. Είναι τεράστιο λάθος να νοµίζει κανείς ότι εκεί δεν υπάρχει πίεση. Μεγαλύτερη πίεση νιώθεις όταν είσαι σε µια ιδανική κατάσταση, γιατί δεν θες να τη χάσεις. Πρέπει να είσαι πάρα πολύ σωστός στη δουλειά σου, στη συµπεριφορά σου, στη δηµόσια εικόνα σου. Αυτή η πίεση είναι µεγαλύτερη από της Ελλάδας που σου πετάνε στο γήπεδο κέρµατα, σε βρίζουν ή σε κράζουν στις εφηµερίδες. Αυτό δεν είναι πίεση για µένα. Γιατί αν το χάσω, αν δηλαδή µε διώξει κάποιος επειδή ο κόσµος µε έβριζε ή η εφηµερίδα µε επέκρινε, πάει να πει ότι δεν αξίζει τον κόπο αυτή η δουλειά».
Τι διαφορετικό έχουν οι Βαλενθιάνοι;
«Είναι πολύ ανοιχτοί και αυτό θέλει προσοχή. Πολύ εύκολα ανοίγουν την αγκαλιά τους, νιώθεις καλά στην αρχή, αλλά µετά από πολλά χρόνια κατάλαβα γιατί τους ακολουθεί µια συγκεκριµένη φήµη. Ότι είναι διπρόσωποι…».
Μαύρα οι Βάσκοι, άσπρα ο Φώτης
Μετά τη Βαλένθια ακολούθησε ένα σύντοµο πέρασµα από τον Άρη στη Θεσσαλονίκη, για την οποία ο Κατσικάρης είπε… ότι «δυστυχώς δεν πρόλαβα να τη ζήσω, αφού στις 100 µέρες που έζησα εκεί, πήγαινα µόνο από το σπίτι στο γήπεδο» και ακολούθως η πρωτεύουσα των Βάσκων.
«Όταν πήγα στο Μπιλµπάο ήταν κάτι αναπάντεχο. Παράλληλα, έγινε κάτι πολύ παράξενο. Η οµάδα ήταν προτελευταία στη βαθµολογία και όλοι τα έβλεπαν µαύρα. Εγώ ήθελα τόσο πολύ να γυρίσω στην Ισπανία για να είµαι στην οικογένειά µου, που όταν πήγα τα έβλεπα όλα άσπρα! Έτσι βγήκαµε πολύ γρήγορα από το ψυχολογικό τέλµα και δέθηκα πολύ µε τον κόσµο, µε συνεργάτες, µε αποτέλεσµα να έχουµε κάνει φιλίες που θα µείνουν σε όλη µας τη ζωή. Άλλωστε, οι Βάσκοι είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι. Πολύ υπερήφανοι, ντόµπροι και πολύ σκληροί στις διαπραγµατεύσεις τους. Θεωρούνται οι πιο σκληροί σε επιχειρηµατικό επίπεδο, αλλά αν κάτσεις στο τραπέζι µαζί τους θα είναι το “α” ή το “β„. ∆εν θα υπάρξει “γ” ή “δ”. Θα τηρήσουν αυτό που έχουν συµφωνήσει πάση θυσία. Την ίδια στιγµή, στην καθηµερινότητα τους, τους αρέσουν οι απολαύσεις, το καλό κρασί, ενώ είναι πολύ δουλευταράδες σε σχέση µε τους υπόλοιπους Ισπανούς, γι’ αυτό κι έχουν πολύ χαµηλό ποσοστό ανεργίας, νοµίζω κάτω από 3%».
Το ένοχο µυστικό του Μπιλµπάο
Μόνο ένα πράγµα δεν έχει νιώσει, αλλά δεν έχει συζητήσει κιόλας στο Μπιλµπάο.
«Όσα έχουν γίνει µε την ΕΤΑ, αποτελούν ταµπού. Ποτέ δεν νιώθεις κίνδυνο, πάντως. Άλλωστε, θυµάµαι πολύ καλά την µέρα που έγινε η εκεχειρία. Ήταν στις 16 Οκτωβρίου του 2011, όταν κάναµε την πρεµιέρα µας στην Ευρωλίγκα µε τον Ολυµπιακό. Γι’ αυτό το θέµα, όµως, δεν µιλάς ποτέ, είναι πολύ ευαίσθητο. Ανοιχτά σε µια καφετέρια, σε ένα εστιατόριο ο κόσµος δεν το συζητάει. Το Μπιλµπάο την τελευταία 15ετία έχει τροµερή εξέλιξη, αλλά αυτό είναι ένα ένοχο µυστικό της πόλης. Πολύ απλά διότι αρκετοί άνθρωποι είχαν µέλη της ΕΤΑ ακόµα και µέσα στην ίδια τους την οικογένεια και δεν το ξέρανε, γι’ αυτό το αποφεύγουν».
H ατάκα «Ι’ ve been around, you know» του Αλ Πατσίνο στο «Άρωµα γυναίκας», όπως καταλάβαίνετε, ταιριάζει γάντι στον Φώτη Κατσικάρη.
Και το ταξίδι του συνεχίζεται…











