Τελικά ντίβα δε γίνεσαι, αλλά γεννιέσαι. Αυτό το συμπέρασμα θα μας θυμίζουν οι δηλώσεις της μεγάλης υψίφωνου και ντίβας της όπερας Μαρίας Κάλλας, που έμεινε στην ιστορία μέσα από τη μεγάλη φωνή, αλλά και τη διαχρονική λάμψη της.
Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στη Nέα Υόρκη. Γονείς της ο Γιώργος και η Ευαγγελία Καλογεροπούλου, μετανάστες στην Αμερική από το Μελιγαλά. Η μητέρα της, μετά το διαζύγιο, εγκαταστάθηκε με την αδερφή της και την ίδια στην Αθήνα. H Κάλλας εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών και προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή. Πρωτοεμφανίστηκε στην Αρένα της Βερόνα το 1947 με τη «Tζοκόντα». Ο γάμος της με τον Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι ήταν καθοριστικός όπως και ο έρωτάς της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Η εμφάνισή της στη Σκάλα του Μιλάνου και τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης απογείωσαν τη δόξα της. Πέθανε το 1977 στο Παρίσι.
Αυτά είναι μερικά από τα αποφθέγματά της:
- «Είμαι ευτυχής όταν οποιοσδήποτε είναι ευτυχής» δήλωσε προσπαθώντας να κρύψει τον πόνο της όταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης στις 20 Οκτωβρίου 1968 παντρεύτηκε την Τζάκι Κένεντι.
- «Από την Ελλάδα έφυγα πικραμένη. Οι υπεύθυνοι δε θέλησαν να αναγνωρίσουν το ταλέντο μου, όσο πραγματικά άξιζε. Ξενυχτούσα για να μελετώ, αλλά έμενα στο περιθώριο. Δεν κρατώ, ωστόσο, σε κανέναν κακία»
- «Η μουσική πρέπει να είναι απλή. Με την απλότητα και την ομορφιά της γραμμής της γίνεται σπουδαία»
- «Εμείς οι καλλιτέχνες δεν έχουμε πολιτική, ανήκουμε στον κόσμο, προπαντός στον ελληνικό κόσμο, διότι παντρεύτηκα Ιταλό, όλος ο κόσμος μου έδωσε τιμές, αλλά το αίμα μου είναι ελληνικό και αυτό δε το σβήνει κανένας»
- «Αυτό που πάντα επιθυμούσα περισσότερο από την επιτυχία ήταν να γίνω μητέρα και να αποκτήσω πολλά παιδιά. Και το παράπονό μου όταν άκουγα τον κόσμο να με χειροκροτεί, ήταν γιατί η Κάλλας να μην περιστοιχίζεται από τα παιδιά της κι αργότερα από τα εγγόνια της, τις στιγμές της ευτυχίας της, όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι»
- «Ποτέ δεν έχασα τη φωνή μου»
- «Η αδελφή μου ήταν λεπτή, όμορφη και φιλική και η μητέρα μου την προτιμούσε πάντα. Εγώ ήμουν το ασχημόπαπο. Η μητέρα μου δε μου έδινε σημασία και δε μου έλεγε ποτέ μια καλή κουβέντα. Για να την κάνω να με προσέξει έπρεπε να τραγουδώ. Ήξερα πως είχα ωραία φωνή και μου έκανε καλό να προκαλώ θαυμασμό όταν τραγουδούσα. Έτσι, το τραγούδι έγινε προοδευτικά το φάρμακο κατά των συμπλεγμάτων μειονεξίας που ένιωθα»
Διαβάστε επίσης:
Anna Wintour: «Λατρεύω να έρχομαι και να αλλάζω τα περιοδικά»







