Όταν τον 2ο αι. π.Χ. ο µεγάλος Έλληνας συγγραφέας και ποιητής Αντίπατρος ο Σιδώνιος εµπνεύστηκε τη λίστα µε τα επτά µεγαλουργήµατα των αρχαίων πολιτισµών, άφηνε πίσω του µια διαθήκη γνώσης για το µέλλον, που επιβιώνει αναλλοίωτη µέχρι και στις µέρες µας.

Παρόλο όµως, που όλοι µας γνωρίζουµε για την ύπαρξη των επτά «θαυµάτων», τα έχουµε θαυµάσει σε διάφορες απεικονίσεις των σχολικών µας βιβλίων ή τα συναντάµε σε ερωτήσεις παιχνιδιών γνώσεων, πόσοι από εµάς ξέρουµε µε ακρίβεια ποια είναι αυτά και τι ήταν αυτό που τα καθιστούσε τόσο µοναδικά ώστε να χαρακτηρίζονται ως θαύµατα ιστορίας και τέχνης; 

#1 Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός

Ένα από τα πιο σπουδαία αγάλµατα της αρχαίας Ελλάδας είναι το χρυσελεφάντινο άγαλµα του ∆ία, το οποίο στέγαζε ο ναός της αρχαίας Ολυµπίας, αφιερωµένος στον οµώνυµο θεό. Το αξιοθαύµαστο µνηµείο φιλοτεχνήθηκε από τον πιο γνωστό –τότε– γλύπτη Φειδία και, σύµφωνα µε πληροφορίες, τοποθετήθηκε ολοκληρωµένο στο ναό, περί το 430π.Χ. έπειτα από οκτώ χρόνια που διήρκησε η κατασκευή του.

Το άγαλμα ήταν τόσο μεγάλο που σχεδόν έφτανε την κορυφή του ναού, η οποία ήταν ανοιχτή για να διευκολύνει την έλευση φωτός στο εσωτερικό του.

Ανάµεσα στα πιο διακριτικά χαρακτηριστικά του αγάλµατος είναι το ύψος του, που έφτανε τα 12 µέτρα χωρίς τη βάση, το οποίο προσέδιδε µεγαλοπρεπή όσο και υπερφυσική διάσταση στον σπουδαιότερο θεό του ελληνικού πάνθεου. Ο γλύπτης χρησιµοποίησε ξύλο για την κατασκευή του, το οποίο επένδυσε µε στρώµατα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Ο µανδύας του ήταν φτιαγµένος εξ ολοκλήρου από χρυσό, τα µάτια από πολύτιµους λίθους, ενώ χρησιµοποιήθηκε πράσινος σµάλτος για τη δηµιουργία του δάφνινου στεφανιού που έφερε το άγαλµα στο κεφάλι. Η µορφή του ∆ία απεικονίζεται να κάθεται σε έναν εξαιρετικής οµορφιάς θρόνο, πάνω στον οποίο υπήρχαν µυθολογικές και ιστορικές παραστάσεις, κρατώντας στο δεξί του χέρι το άγαλµα της θεάς Νίκης και στο αριστερό ένα σκήπτρο που έφερε στην κορυφή του έναν αετό, διακριτικό σηµάδι του θεού. 

Σήµερα κανένα µέρος του µοναδικού αυτού δηµιουργήµατος δε σώζεται, καθώς, σύµφωνα µε αρκετούς συγγραφείς, την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου µεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη  και τοποθετήθηκε στο Παλάτιον του Λαύσου όπου και φιλοξενήθηκε για εξήντα περίπου έτη, µέχρι το 475µ.Χ., όταν µια αποτρόπαια πυρκαγιά το κατέστρεψε. Ανασκαφές που πραγµατοποιήθηκαν στην Κυρήνη της Λιβύης, εκεί που πιστεύεται πως υπήρχε αντίγραφο του αγάλµατος, δεν αποκάλυψαν τίποτε παραπάνω από τη βάση. Την περιγραφή του αγάλµατος τη γνωρίζουµε από νοµίσµατα της Ηλίας, καθώς και από έργα συγγραφέων όπως ο Στράβων και άλλων. 

Πληροφορίες αναφέρουν επίσης, πως η θέα του µνηµείου προκαλούσε δέος σε κάθε επισκέπτη, ενώ η σπουδαιότητά του έκανε το άγαλµα τόσο ξακουστό σε σηµείο που αποτελούσε ένα θέαµα το οποίο κάθε θνητός έπρεπε να δει πριν πεθάνει, πράγµα µάλλον πιθανό αν αναλογιστεί κανείς το κάλλος και τη µοναδικότητά του ως ένα από τα πιο µεγαλοπρεπή δηµιουργήµατα της κλασικής καλλιτεχνικής έκφρασης.

Προς τιµή του σπουδαίου Ζεύς
Στη λατρεία του ∆ία ήταν αφιερωµένοι και οι Ολυµπιακοί Αγώνες που τελούνταν ανά τέσσερα χρόνια στην οµώνυµη πόλη. Όπως και σήµερα, επρόκειτο για ένα από τα µεγαλύτερα και πιο σηµαντικά γεγονότα της αρχαιότητας. Οι Ολυµπιονίκες ανταµείβονταν µε ένα στεφάνι ελιάς, ενώ απολάµβαναν τιµές ήρωα στην πόλη από την οποία προέρχονταν, ενσαρκώνοντας το ιδανικό πρότυπο άνδρα για την εποχή και εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφηµία, ένα πολύτιµο και σηµαντικό κατόρθωµα για τον τότε ελληνικό κόσµο.

#2 Οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας

Στην παλιά Μεσοποταµία, πενήντα χιλιόµετρα µακριά από τη σηµερινή Βαγδάτη,  διάφοροι συγγραφείς κάνουν λόγο για µια όαση που έχει µείνει γνωστή ως «Οι κρεµαστοί κήποι της Βαβυλώνας». Η παράδοση θέλει το µονάρχη Ναβουχοδονόσορ Β΄ να είναι εµπνευστής του θαυµαστού αυτού έργου ως εκδήλωση του έρωτά του για τη γυναίκα του Αµυίτις, κόρη του βασιλιά των Μήδων, η οποία νοσταλγούσε τους ψηλούς λόφους µε την πυκνή βλάστηση της πατρίδας της και επιθυµούσε να διατρέφεται µε φυτά και καρπούς που βρίσκονταν εκεί. 

Η εξαιρετική τους οµορφιά δεν είναι το µόνο στοιχείο για το οποίο καθιερώθηκαν ως θαύµα οι κρεµαστοί κήποι, µιας και το πιο θαυµαστό απ’ όλα είναι η παραδοξότητα της κατασκευής τους: το γεγονός ότι αψηφούσαν τη φύση! Ο ∆ιόδοτος ο Σικελιώτης αναφέρει πως οι κήποι αυτοί µε τα πολλά επίπεδα αναδύονταν µέσα από µια κατασκευή µε χοντρούς πέτρινους τοίχους, στο εσωτερικό της οποίας  σκιερά δέντρα, πολύχρωµη βλάστηση και ευωδιαστά άνθη µπορούσαν να συνθέσουν τον πιο υπέροχο βοτανικό παράδεισο. Το κτίσµα ήταν κατασκευασµένο ώστε να δίνει την εντύπωση ενός τεχνητού πέτρινου βουνού από τα διάφορα επίπεδα του οποίου τα φυτά στην κυριολεξία κρέµονταν. Για τη διατήρηση της εξωτικής βλάστησης των κήπων χρησιµοποιούσαν νερό από τον Ευφράτη, το οποίο κυκλοφορούσε σύµφωνα µε τους ιστορικούς µέσα από ένα σύστηµα αντλίας νερού µε αλυσίδες και τροχούς. 

Παρά τις λεπτοµερείς περιγραφές του Έλληνα γεωγράφου Στράβωνα και του Φίλωνα του Βυζαντίου, η ύπαρξη των κρεµαστών κήπων της Βαβυλώνας αµφισβητείται έντονα από τους ιστορικούς. Στις ανασκαφές που πραγµατοποιήθηκαν στο σηµείο, όπου σύµφωνα µε την παράδοση βρίσκονταν οι κήποι, δεν βρέθηκαν σχετικά αρχιτεκτονικά αποµεινάρια, καθώς και καµία αναφορά για το εν λόγω έργο µέσα στα χιλιάδες δείγµατα σφηνοειδούς γραφής που αποκάλυψαν έρευνες στην περιοχή της παλιάς Βαβυλώνας. Επιπλέον, ο Ηρόδοτος που είχε ταξιδέψει εκεί κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, αν και αναφέρεται εκτενώς στα εντυπωσιακά τείχη της πόλης, δεν κάνει λόγο για την ύπαρξη των κήπων. Μερίδα επιστηµόνων πιστεύει πως ενδεχοµένως οι κήποι να µην υπήρξαν στην πραγµατικότητα και να ήταν  αποκύηµα της φαντασίας των Ελλήνων συγγραφέων, που προέκυψαν από τις περιγραφές και τις διηγήσεις των στρατιωτών που βρέθηκαν στην περιοχή και µαγεύτηκαν από την υπέροχη βλάστηση και τα φοινικόδεντρα της Μεσοποταµίας. 

Πραγµατικοί ή όχι οι κρεµαστοί κήποι της Βαβυλώνας, έχουν αφήσει το δικό τους στίγµα στην ιστορική παράδοση της περιοχής και αποτελούν µια «κατασκευή» που για χρόνια διέγειρε τη φαντασία των ∆υτικών πολιτισµών. 

Πραγµατικό θαύµα ή φανταστική κατασκευή;
Πιο πρόσφατες θεωρίες τοποθετούν την ύπαρξη των κήπων στην αρχαία Ασσυρία και πιο συγκεκριµένα στην πόλη του Νινευί, όπου και θεωρητικά βρίσκονταν κοντά στην είσοδο των βασιλικών ανακτόρων, δίπλα από τις όχθες του ποταµού Τίγρη. Ενδέχεται οι µετέπειτα ιστορικοί να είχαν µπερδέψει τις δύο τοποθεσίες και να απέδωσαν στην αρχαία Βαβυλώνα την ύπαρξη των κήπων. 

#3 Ο ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο

Η αρχαία πόλη της Εφέσου έχει µείνει µέχρι σήµερα στην ιστορία για δύο βασικούς λόγους: αφενός αποτελούσε την πιο πλούσια πόλη της Ασίας δεδοµένου ότι διέθετε το µεγαλύτερο λιµάνι στην ανατολική µεσόγειο, αφετέρου υπήρξε η πόλη που φιλοξένησε ένα από τα επτά θαύµατα του αρχαίου κόσµου, τον περίφηµο ναό αφιερωµένο στη θεά Άρτεµη. Υπολογίζεται ότι η κατασκευή του έργου ξεκίνησε µε χρηµατοδότηση του βασιλιά Κροίσου της Λυδίας, περίπου το 550 π.Χ. και αρχιτέκτονας ήταν ο Χερσίφωνας. 

Σύµφωνα µε τις επικρατέστερες ιστορικές έρευνες, ο ναός ήταν κατασκευασµένος εξ ολοκλήρου από µάρµαρο, συνδυάζοντας αρχαίες ελληνικές και αιγυπτιακές αρχιτεκτονικές επιρροές, µε µέγεθος που προκαλούσε θαυµασµό  και δέος στον επισκέπτη, µιας και λέγεται ότι ήταν διπλάσιος από τον ίδιο τον Παρθενώνα(!). Πληροφορίες αναφέρουν πως πάνω από τη βάση βρισκόταν ο κεντρικός ναός, ο οποίος περιτριγυριζόταν από δύο σειρές κιόνων που συνολικά έφταναν τις 127 κολώνες σε αριθµό. Στο τελευταίο τµήµα υπήρχε η τριγωνική οροφή, µε ζωοφόρους και παραστάσεις. Υπολογίζεται πως χρειάστηκαν 120 χρόνια µέχρι να αποπερατωθεί το έργο και έτσι ο Χερσίφωνας δεν µπόρεσε να καµαρώσει τους καρπούς του κόπου του. Μέσα στο ναό βρισκόταν το άγαλµα της θεάς η οποία, όπως αναφέρουν πηγές, δεν είχε καµία σχέση µε την Ελληνίδα Άρτεµη, τη δυναµική θεά του κυνηγιού. Προφανώς οι ντόπιοι είχαν συνδυάσει τη µορφή της Αρτέµιδος µε θεές της ανατολής και πιο πιθανό µε τις θεές της γυναικείας γονιµότητας, όπως εικάζεται από την ύπαρξη µεγάλων εξογκωµάτων στην περιοχή του κορµού, που πολλές θεωρίες τους παροµοιάζουν µε µαστούς. 

Ο µεγαλοπρεπής αυτός ναός ήταν σίγουρα ένα µνηµείο για το οποίο µπορούσαν να καυχιούνται οι κάτοικοι της Εφέσου και αποτέλεσε πόλο έλξης µεγάλου τουριστικού ενδιαφέροντος για δύο ολόκληρους αιώνες, µέχρι το 356 π.Χ., οπότε και ήρθε αντιµέτωπο µε την πρώτη του καταστροφή, όταν ο Ηρόστρατος πυρπόλησε το ναό µε σκοπό να απαθανατιστεί το όνοµά του στην ιστορία. Λίγα χρόνια αργότερα όµως, οι κάτοικοι της Εφέσου ξαναέκτισαν τον σπουδαίο ναό, έπειτα από εντολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η αίγλη του διατηρήθηκε µέχρι και τον 3µ.Χ. αιώνα, όταν λάσπες κατέκλυσαν το λιµάνι και η πόλη εγκαταλείφθηκε. Αργότερα Γοτθικά φύλα λεηλάτησαν το ναό και στη συνέχεια πληµµύρες ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Σήµερα τα ερείπια στο µέρος δε θυµίζουν σε τίποτα το αρχιτεκτονικό αυτό «θαύµα», ωστόσο δεν παύει να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα οικοδοµήµατα του αρχαίου κόσµου.

Ο Μ. Αλέξανδρος και οι µύθοι του ναού
Η καταστροφή του ναού από τον Ηρόστρατο πραγµατοποιήθηκε την ηµέρα της γέννησης του µεγάλου στρατηλάτη και οι κάτοικοι θεώρησαν πως η θεά τους εγκατέλειψε το ναό για να µείνει µαζί του. Αφότου ο Αλέξανδρος διέταξε την επανακατασκευή του και καθώς το έργο αναστηλωνόταν, εκείνος επέκτεινε την επικυριαρχία του στη νοτιοανατολική µεσόγειο, ενσωµατώνοντας στην αυτοκρατορία του δύο αρχαίους πολιτισµούς, τη Βαβυλώνα και την Αίγυπτο. 

#4 Η μεγάλη πυραμίδα της Γκίζας

Ένας από τους αρχαιότερους πολιτισµούς παγκοσµίως δε θα µπορούσε παρά να διαθέτει κάποιο από τα επτά θαύµατα, ενώ όταν πρόκειται συγκεκριµένα για την Αίγυπτο, εύκολα πάει ο νους µας στις διάσηµες πυραµίδες και ειδικότερα στη Μεγάλη Πυραµίδα της Γκίζας ή αλλιώς την Πυραµίδα του Χέοπα. Υπολογισµοί αρχαιολογικών ερευνών αναφέρουν πως η ολοκλήρωση του σπουδαίου αυτού έργου έγινε το 2560 π.Χ. και η κατασκευή του διήρκησε για σχεδόν 20 – 23 χρόνια, ενώ το ύψος του άγγιζε τα 146 µέτρα, αποτελώντας για πολλούς αιώνες το ψηλότερο κτήριο του κόσµου. 

Η πυραµίδα είναι κατασκευασµένη εξ’ολοκλήρου από ασβεστόλιθο µε την εξωτερική της επιφάνεια να διαθέτει µια επικάλυψη από λειασµένες πέτρες. Η αρχιτεκτονική του κτηρίου φαίνεται να διαθέτει µεγάλη ακρίβεια κατασκευής, καθώς η βάση σχηµατίζει το τέλειο τετράγωνο, του οποίου οι κορυφές είναι προσανατολισµένες στα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα και η κορυφή του, δείχνοντας τον ουρανό, εγγυάται το ασφαλές πέρασµα στον επόµενο κόσµο, αντίληψη που διακατείχε τον αιγυπτιακό πολιτισµό καθ΄ όλη τη διάρκεια της «ζωής» του. Στο εσωτερικό διακρίνουµε τα εξής κύρια σηµεία: το θάλαµο της Βασίλισσας, τη Μεγάλη Στοά και το θάλαµο του Βασιλιά, το χώρο δηλαδή που αποτελούσε το σηµείο ταφής του µεγάλου αυτοκράτορα, κατασκευασµένο από γρανίτη, µέσα στο οποίο βρέθηκε και η σαρκοφάγος. Έρευνες έχουν ανακαλύψει πως ο τάφος έχει ανοιχτεί και λεηλατηθεί αρκετές φορές, ενώ ερωτηµατικά εγείρει και ο τρόπος κατασκευής του, αναφορικά τόσο µε τη µετακίνηση των τεράστιων ασβεστόλιθων, όσο και για το προσωπικό που εργάστηκε για το κτίσιµο. 

Αν και αποτελεί το παλαιότερο από τα επτά θαύµατα, είναι το µοναδικό που σώζεται µέχρι σήµερα. Η περιοχή της Γκίζας εδώ και χιλιάδες χρόνια συγκαταλέγεται ανάµεσα στους µεγαλύτερους τουριστικούς προορισµούς παγκοσµίως και εκατοµµύρια επισκεπτών έχουν πραγµατοποιήσει το ταξίδι προς την Αίγυπτο µε σκοπό να δουν από κοντά και να θαυµάσουν ένα από τα πιο σπουδαία αρχιτεκτονικά µνηµεία της αρχαιότητας. Και δε θα µπορούσε να ήταν διαφορετικά, µιας και ο αυτοκράτορας Χέοπας ή αλλιώς Χούφους, δεν ήταν για τους Αιγυπτίους ένας απλός ηγέτης, αλλά η ζωντανή εικόνα του θεού στη γη και εποµένως θα έπρεπε να διαθέτει και τον πιο µεγαλοπρεπή τάφο του πλανήτη.

Η απόλυτη κατασκευή
Ένα από τα µεγάλα µυστήρια της πυραµίδας είναι ο τρόπος της κατασκευής της και βέβαια, η απόλυτη γεωµετρική ακρίβεια που συναντάται τόσο στο µήκος των πλευρών της όσο και στις µοίρες των κάθετων γωνιών που τέµνουν τις ακµές. Πιο αναλυτικά, η απόκλιση έγκειται σε µερικά χιλιοστά για την πρώτη περίπτωση και σε ορισµένα λεπτά της µοίρας για τη δεύτερη, γεγονός που απ’ ό,τι φαίνεται δεν επηρέασε την ορθότητα και την ακρίβεια της κατασκευής. Η πυραµίδα λοιπόν, εκτός από ένα αξιοθαύµαστο µνηµείο, είναι και σπουδαίο δείγµα προηγµένης µηχανικής και γεωµετρικής γνώσης που διακατείχε τον αιγυπτιακό κόσµο, χιλιάδες χρόνια πριν ο Έλληνας µαθηµατικός Ευκλείδης δώσει τα φώτα της σύγχρονης γεωµετρίας. 

#5 Το μαυσωλείο της Αλικαρνασσού

Όταν ο Μαύσωλος, Πέρσης σατράπης της Καρίας, µετέφερε την πρωτεύουσα της χώρας του στην πόλη της Αλικαρνασσού, ενδεχοµένως να µη φανταζόταν ότι η τελευταία θα αποτελέσει ιστορικό ορόσηµο, µιας και επρόκειτο να φιλοξενήσει ένα από τα επτά θαύµατα του τότε γνωστού κόσµου! Σύµφωνα µε την παράδοση, όταν απέκτησε αρκετό πλούτο και δύναµη, αποφάσισε να οικοδοµήσει ένα περίφηµο ταφικό µνηµείο για τον ίδιο και τη σύζυγο – αδελφή του, Αρτεµισία, µε σκοπό να µείνει αξέχαστος ηγεµόνας του τόπου. Ο Μαύσωλος πέθανε πριν την ολοκλήρωση του έργου, τη συνέχεια του οποίου ανέλαβε η Αρτεµισία, κατάφερε ωστόσο να κατακτήσει την υστεροφηµία µέσω του µνηµείου, κάνοντας το όνοµά του ταυτόσηµο των µεγαλοπρεπών ταφικών οικοδοµηµάτων.

Τη δηµιουργία του σπουδαίου αυτού µνηµείου ανέλαβαν οι Έλληνες αρχιτέκτονες Σάτυρος και Πυθέος, καθώς και τέσσερις γλύπτες, επίσης ελληνικής καταγωγής, που φιλοτέχνησαν το διάκοσµο του κτηρίου, αναλαµβάνοντας ο καθένας από µία πλευρά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αρχιτεκτονική του, που φέρεται να συνδύαζε τις Ελληνικές και Αιγυπτιακές επιρροές µε τις αρχιτεκτονικές γραµµές της Λυκίας. Ο Πλινίος αναφέρει πως πάνω από το πρώτο τµήµα ύψους δεκαοκτώ µέτρων, βρισκόταν ένα περιστύλιο, που αποτελείτο από τριάντα έξι κίονες ιωνικού ρυθµού, ενώ το τελευταίο τµήµα ήταν η οροφή σε βαθµιδωτό πυραµοειδές σχήµα µε εικοσιτέσσερις αναβαθµούς. Το έργο είχε συνολικό ύψος σαρανταπέντε µέτρα και η επιφάνειά του ήταν επενδεδυµένη µε λευκό µάρµαρο. Εξαιρετικός, σύµφωνα µε πηγές, ήταν και ο γλυπτός διάκοσµος που έφερε το µνηµείο, καθιστώντας το έργο θησαυρό γλυπτών καλλιτεχνηµάτων µε σπουδαία αγάλµατα και παραστάσεις να κοσµούν κάθε γωνιά του. Για την ολοκλήρωσή του χρειάστηκαν είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Η ιστορία του θαυµαστού µαυσωλείου διήρκησε περίπου χίλια εννιακόσια χρόνια. Ένας σεισµός που έλαβε χώρα τον 13ο µ.Χ. αιώνα προκάλεσε φθορές χωρίς όµως, να επιφέρει την κατάρρευσή του. Η ολική καταστροφή του πραγµατοποιήθηκε από το ιπποτικό τάγµα των Ιωαννιτών, οι οποίοι αντιµετώπισαν το µαυσωλείο ως δείγµα ειδωλολατρικής τέχνης που απειλούσε τη χριστιανική πίστη. Τµήµατά του αποσπάστηκαν και χρησιµοποιήθηκαν για την ανέγερση του κάστρου του Αγίου Πέτρου στην  πόλη Μποντρούµ. 

Αν και η ιστορική έκβαση δε φάνηκε γενναιόδωρη µε το µεγαλοπρεπές µαυσωλείο, µέχρι σήµερα παραµένει ένα από τα σπουδαιότερα έργα τέχνης και αρχαίας αρχιτεκτονικής της περιοχής. 

Μεταξύ των γλυπτών που σώθηκαν ήταν και μια ζωοφόρος με παραστάσεις πολέμου ανάμεσα σε στρατιώτες και αμαζόνες, την οποία οι ντόπιοι είχαν χρησιμοποιήσει για την πλαισίωση ενός αποχετευτικού αγωγού.

Αποµεινάρια ενός ταφικού θαύµατος
Σε ανασκαφές που έχουν πραγµατοποιηθεί στο χώρο που παλαιότερα έστεκε αγέρωχα το µαυσωλείο έχουν βρεθεί αγάλµατα που κοσµούσαν το κτήριο. Αν και έφεραν σηµαντικές φθορές, απεικόνιζαν την αίγλη του σπουδαίου έργου. Ανάµεσά τους ξεχωρίζουν µια αντρική και µια γυναικεία µορφή µε ρεαλιστικές αναλογίες  στις οποίες εκφράζονται µε λεπτοµέρεια οι εκφράσεις και η ψυχική κατάσταση των µορφών. Κατά τον 19ο αιώνα ορισµένα έργα τέχνης του µαυσωλείου µεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο όπου και βρίσκονται ακόµη και σήµερα.

#6 Ο Κολοσσός της Ρόδου

Ο Κολοσσός της Ρόδου είναι το δεύτερο από τα επτά θαύµατα που φιλοξενήθηκε στον Ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για ένα τεραστίων διαστάσεων άγαλµα που φιλοτεχνήθηκε από το Χάρη το Λίνδιο, µαθητή του Λυσσίπου, κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα και απεικονίζει το θεό Ήλιο. Η κατασκευή του διήρκησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ενώ η ανέγερσή του οφείλεται στο ιστορικό γεγονός της πολιορκίας της Ρόδου από το Μακεδόνα στρατηγό ∆ηµήτριο τον Πολιορκητή, που επιχείρησε να τιµωρήσει τους Ρόδιους επειδή αρνήθηκαν να πολεµήσουν στο πλευρό του πατέρα του Αντίγονου ενάντια στον Πτολεµαίο της Αιγύπτου για την εµπορική κυριαρχία στο Αιγαίο. 

Κατασκευασµένο πάνω σε ένα λευκό µαρµάρινο βάθρο, το άγαλµα του πανεπόπτη Ήλιου είχε ύψος περίπου 33 µέτρα και λέγεται ότι η µορφή του ξεχώριζε ήδη από την είσοδο του λιµανιού της Ρόδου. Ο υπερµεγέθης σκελετός του υποστηριζόταν από πέτρινα και σιδερένια υποστυλώµατα και ήταν καλυµµένος από µπρούτζο ώστε να αντανακλά το φως του ήλιου. ∆υστυχώς, δε σώζονται σαφείς πληροφορίες ούτε για την όψη, αλλά ούτε και για την ακριβή θέση του αγάλµατος. Σύµφωνα µε την επικρατέστερη εκδοχή ο θεός έφερε στο κεφάλι στεφάνι από ηλιαχτίδες, οι οποίες ωστόσο σε ορισµένα νοµίσµατα της εποχής απουσιάζουν. Οι γνώµες διίστανται και όσον αφορά στη στάση του θεού, µιας και σύµφωνα µε κάποιους ερευνητές ενδεχοµένως µε το δεξί χέρι να σκίαζε τα µάτια του ατενίζοντας τον ήλιο και το αριστερό να βρισκόταν στο ισχίο του, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Ήλιος κρατούσε έναν πυρσό. Αντικρουόµενες είναι επίσης και οι απόψεις περί ύπαρξης ή όχι µανδύα στο χέρι ή τον ώµο του αγάλµατος. Ειδικοί ωστόσο φαίνεται να συµφωνούν πως η απεικόνιση του αγάλµατος µε τα πόδια σε διάσταση µάλλον δεν είναι ρεαλιστική, καθώς µια τέτοια κατασκευή εγκυµονούσε µηχανικούς κινδύνους. Ενδεχοµένως ο θεός να ήταν ολόγυµνος, σε όρθια στάση µε ενωµένα πόδια. 

Παρά την εξαιρετική κατασκευή του ο Κολοσσός της Ρόδου δεν µπόρεσε να επιβιώσει πάνω από εξήντα χρόνια. Το 226 π.Χ. ένας µεγάλος σεισµός έπληξε το νησί και προκάλεσε την πτώση του αγάλµατος αφού πρώτα κατέρρευσαν τα γόνατα που στήριζαν την αγέρωχη µορφή του θεού. Εννιακόσια χρόνια µετά το γεγονός αυτό Σαρακηνοί κατακτητές τεµάχισαν το άγαλµα και το πούλησαν ως µέταλλο. Ο Κολοσσός της Ρόδου δεν στάθηκε ποτέ ξανά όρθιος, ωστόσο έχει χαρακτεί ανεξίτηλα στην παγκόσµια µνήµη ως ένα σηµαντικό δείγµα της ελληνικής τέχνης και ιστορίας, καθώς και της πολιτισµικής αίγλης της χώρας.

Ένα µνηµείο για τον πιο λαµπερό θεό
Η λατρεία του θεού Ήλιου ήταν ιδιαίτερα δηµοφιλής στη Ρόδο και την Πελοπόννησο, ενώ σύµφωνα µε τη µυθική παράδοση ήταν εκείνος που ανέσυρε το νησί από τη θάλασσα στην επιφάνεια. Η συχνότερη απεικόνιση του ήταν πάνω σε ένα άρµα µε µανδύα, κρατώντας την υδρόγειο, ενώ αναφορές στο πρόσωπό του υπάρχουν στην Οδύσσεια του Οµήρου, µε την ονοµασία Υπερίωνας, τα ιερά βόδια του οποίου κατανάλωσαν οι σύντροφοι του Οδυσσέα. Στο θεό Ήλιο αναφέρεται επίσης και ο Πλάτωνας στην Απολογία του Σωκράτη, όπου ο τελευταίος προσπαθεί ν’ αποδείξει το πόσο θεοσεβούµενος ήταν. Βεβαίως, ο Ήλιος δε θα πρέπει να συγχέεται µε τον Απόλλωνα, αν και σε πολλά αρχαία κείµενα το πρόσωπο των δύο θεών ταυτίζεται. 

#7 Ο φάρος της Αλεξάνδρειας

Μετά την ίδρυση της Αλεξάνδρειας από το Μέγα Αλέξανδρο ως νέα πρωτεύουσα της Αιγύπτου, ο διάδοχός του Πτολεµαίος αποφάσισε τη δηµιουργία του µεγαλοπρεπούς Φάρου της Αλεξάνδρειας, η κατασκευή του οποίου πραγµατοποιήθηκε τον 3ο π.Χ. αιώνα και διήρκησε δώδεκα έτη. Ο «φάρος» κτίστηκε πάνω στο οµώνυµο νησάκι στην είσοδο του λιµανιού της πόλης, από το οποίο πήρε και το όνοµά του, χαρίζοντας έτσι τη λέξη αυτή στο λατινογενές λεξιλόγιο για την περιγραφή οµοίων δηµιουργηµάτων, που χρησιµοποιείται µέχρι και σήµερα. 

Οι συγγραφείς Στράβων και Πλίνιος παρέχουν πλήρεις περιγραφές του πρώτου φάρου που κατασκευάστηκε στον κόσµο. Σύµφωνα µε αυτές, το οικοδόµηµα ύψους εκατό σαράντα µέτρων αποτελείτο από τέσσερα επίπεδα, το πρώτο και µεγαλύτερο εκ των οποίων ήταν η τετράγωνη βάση γεµάτη από παράθυρα, περιµετρικά της οποία ήταν χτισµένα τα δωµάτια που στέγαζαν τους µηχανικούς και τους φύλακες. Στο δεύτερο επίπεδο ήταν ένα τετράγωνο υπερυψωµένο χτίσµα και αµέσως µετά µια οκτάγωνη κατασκευή. Το τέταρτο και τελευταίο επίπεδο περιλαµβάνει ένα κυκλικό κτήριο στην κορυφή του οποίου υπήρχε το άγαλµα του Ποσειδώνα ή του Απόλλωνα. Εκτός όµως, από την περίοπτη αρχιτεκτονική του ο Φάρος της Αλεξάνδρειας έγινε διάσηµος και λόγω του µηχανισµού αντανάκλασης του ηλιακού φωτός που δέσποζε στην κορυφή του. Αναφορές περιγράφουν έναν εντυπωσιακό καθρέφτη, µε διάφορες εικασίες για το υλικό κατασκευής του, που προκαλούσε το θαυµασµό όσων τον ατένιζαν. Τις νυχτερινές ώρες έκαιγε στο ίδιο σηµείο µια φλόγα για την προειδοποίηση των καραβιών που διέσχιζαν το θαλάσσιο χώρο. Πηγές κάνουν λόγο ακόµη, για περίτεχνες παραστάσεις αγαλµάτων µε αυτοµατισµούς που περιστρέφονται ανάλογα µε τη θέση του ήλιου.

Ο φάρος όπως απεικονίζεται σε Αλεξανδρινό νόμισμα του 2ου αι.

Κατά το δωδέκατο αιώνα το λιµάνι της Αλεξάνδρειας σταµάτησε να λειτουργεί και ο Φάρος εγκαταλείφθηκε. Τµήµατα του κατόπτρου εικάζεται πως χρησιµοποιήθηκαν για τη δηµιουργία νοµισµάτων. Το οικοδόµηµα µπόρεσε να επιβιώσει στους σεισµούς του 796 και του 1303, δεν στάθηκε όµως, το ίδιο τυχερό µε το σεισµό του 1323, όταν και κατεστράφη ολοσχερώς. Περί το 1480 ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Καϊτ – µπέης χρησιµοποιώντας τα ερείπια δηµιούργησε ένα φρούριο ακριβώς στη θέση που παλαιότερα δέσποζε ο πρώτος φάρος του κόσµου, το οποίο και κατεδάφισαν οι Άγγλοι το 1882. 

Αγέρωχο φως στο πέρασµα των αιώνων
Ο φάρος της Αλεξάνδρειας συγκέντρωνε πλήθος µηχανικών και τεχνολογικών επιτευγµάτων της εποχής. Η συντήρηση της φωτιάς ήταν πολυδάπανη και χρειαζόταν µεγάλες ποσότητες καυσίµων. Για την τροφοδότησή της χρησιµοποιούνταν άλογα και µουλάρια τα οποία κουβαλούσαν τα ξύλα µέχρι την κορυφή του φάρου. Πίσω από τη φωτιά τα φύλλα του ορείχαλκου αντανακλούσαν το φως, το οποίο µπορούσε να γίνει ορατό από τα πλοία ακόµη και σε απόσταση πενήντα χιλιοµέτρων. Πρόκειται για το δεύτερο από τα επτά θαύµατα µε τη µεγαλύτερη επιβίωση στο χρόνο, καθώς υπολογίζεται πως λειτουργούσε για σχεδόν χίλια πεντακόσια χρόνια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here