Θυρεοειδίτιδα Hashimoto: Πώς αντιμετωπίζεται;

Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto ή χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα είναι μια αυτοάνοση πάθηση του θυρεοειδούς αδένα. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα που φυσιολογικά μας προστατεύει από μικρόβια και ιούς, στην περίπτωση αυτή αρχίζει να παράγει αντισώματα που επιτίθενται στο θυρεοειδή αδένα.

Ο «τραυματισμένος» θυρεοειδής δυσκολεύεται στην προσπάθειά του να παράγει τις ορμόνες του και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπολειτουργία του, δηλαδή σε υποθυρεοειδισμό. Χαρακτηρίζεται από σημαντική και χρόνια αύξηση (πάνω του φυσιολογικού) των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων Anti TPO και Anti TG.

Πιο συχνά συμβαίνει σε άτομα που έχουν κάποια αυτοάνοση πάθηση (όπως σακχαρώδης διαβήτης τύπου1, λεύκη, αρθρίτιδα, αυτοάνοση κολίτιδα, κοιλιοκάκη), σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό αυτοάνοσων παθήσεων του θυρεοειδούς, σε άτομα που έχουν εκτεθεί σε ακτινοβολία ή ραδιενέργεια, σε γυναίκες μετά τα 30, τον πρώτο χρόνο μετά από εγκυμοσύνη. Δεν είναι συχνή στα παιδιά.

Τα αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα δεν προκαλούν συμπτώματα, αλλά σχετίζονται με: Διόγκωση του μεγέθους του θυρεοειδούς (βρογχοκήλη), υπογονιμότητα ή συχνές αποβολές, τριχόπτωση, αλλαγή στην ποιότητα του δέρματος. Κάποια άτομα αναφέρουν συμπτώματα έντονου stress, κόπωσης, αλλαγής στη διάθεση, διαταραχή στον ύπνο. Σταδιακά μπορεί να οδηγήσει σε υποθυρεοειδισμό και συμπτώματα όπως κόπωση, μικρή αύξηση στο βάρος ή δυσκολία στην απώλεια βάρους, δυσκοιλιότητα, δυσανεξία στο κρύο, διαταραχή στη μνήμη και τη συγκέντρωση, πόνο στους μυς και τις αρθρώσεις, κράμπες, διαταραχή στην περίοδο και τη γονιμότητα.

Η παρουσία και μόνο αυξημένων αντισωμάτων στο αίμα, με φυσιολογικές τιμές ορμονών, δεν χρειάζεται θεραπεία υποκατάστασης με ορμόνη θυρεοειδούς. Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς σε τακτά διαστήματα, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, καθώς υποθυρεοειδισμός μπορεί ν’ αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου.

Εξαίρεση αποτελούν οι γυναίκες σε ηλικία αναπαραγωγής που εμφανίζουν τιμές θυρεοειδοτρόπου ορμόνης TSH 2.5 IU/ ml και οι γυναίκες σε εγκυμοσύνη. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να χρειαστεί η έναρξη θεραπείας με θυροξίνη ακόμα και αν οι τιμές των ορμονών είναι φαινομενικά φυσιολογικές.

Παρασκευή Μεντζελοπούλου
MD Eνδοκρινολόγος- Διαβητολόγος, Certified American Board of Internal Medicine, American, Board of Endocrinology, Diabetes and Metabolism, Τ. Λέκτορας Ιατρικής σχολής Πανεπιστημίου Harvard
Infos: Medifem: Κύπρου 61, Γλυφάδα, Τηλ.: 210 9680883, Fax: 210 8948880, www.medifem.grFB: Medifem

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here